αντσούγα


αντσούγα
κ. -για, η
η σαρδέλα, το χαψί.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ξεν. όρος < ιταλ. acciuga (πρβλ. ιταλ. διαλεκτ. τ. anciova, ancioa, anciua). Κατά μία άποψη, ο ιταλ. όρος acciuga, θεωρούμενος ως ο πιο αντιπροσωπευτικός μεταξύ άλλων, ανάγεται στο λατ. *apya (αντί του aphya «το ψάρι αφύη»), που προέρχεται από το αρχ. ελλην. αφύη «σαρδέλα, αντσούγια». Κατ' άλλους, οι ιταλ. διαλεκτ. τύποι (όπως και ο ισπαν., πορτογ. anchova, anchoa) ανάγονται απευθείας στη βασκική λ. anchoa, anchua, που ταυτίζεται με το επίθ. antzua «ξηρός», οπότε η βασκική λ. θα σήμαινε αρχικά το «αποξηραμένο ψάρι»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντσούγα — αντσούγα, η και αντσούγια, η είδος μικρής σαρδέλας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γάβρος — Ονομασία τεσσάρων οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 760 μ., 53 κάτ.) στην πρώην επαρχία Ναυπακτίας του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νομού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πυλλήνης. 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 650 μ.,… …   Dictionary of Greek

  • αντζούγα — Ψάρι της οικογένειας των εγγραυλιδών, που ονομάζεται επίσης αντσούγα ή γάβρος και χαψί. Η επιστημονική ονομασία του είναι εγγραυλίς η εγκρασίχολος. Το μήκος του μπορεί να φτάσει τα 20 εκ. Έχει σώμα λεπτό και μακρύ, με χρώμα πρασινογάλαζο στη ράχη …   Dictionary of Greek

  • εγγραυλίδες — (engraulides). Ονομασία οικογένειας ψαριών. Έχουν μακρύ σώμα, λίγο πιεσμένο στα πλάγια και σκεπασμένο με μεγάλα ασημόχρωμα λέπια. Το στόμα τους είναι σχιστό έως πίσω από τα μάτια τους. Το κάτω σαγόνι τους είναι πιο μικρό από το πάνω. Το πτερύγιο… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.